Άρθρο του κ. Νικόλαου Ι. Λάμπρου που δημοσιεύτηκε στο Broker’s Time 43*
* Ο κ. Νικόλαος Ι. Λάμπρου είναι Λογιστής – Φοροτεχνικός Α’ Τάξης
1. Διαγραφή επισφαλών απαιτήσεων
Στη διαγραφή των επισφαλών απαιτήσεων αναφέρεται το άρθρο 26 του ΚΦΕ 4172/2013. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 4 αναφέρονται τα εξής:
«4. Απαίτηση δύναται να διαγραφεί για φορολογικούς σκοπούς μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
α) έχει προηγουμένως εγγραφεί ποσό που αντιστοιχεί στην οφειλή ως έσοδο,
β) έχει προηγουμένως διαγραφεί από τα βιβλία του φορολογούμενου και
γ) έχουν αναληφθεί όλες οι κατά νόμο ενέργειες για την είσπραξη της απαίτησης».
Η παράγραφος (4α) λοιπόν καθιστά την απόσβεση των επισφαλών απαιτήσεων από ασφάλιστρα ανενεργή. Οι απαιτήσεις αυτές, από όπου και να προέρχονται (συνεργαζόμενοι διαμεσολαβούντες ή πελάτες), δεν μπορούν να εκπέσουν από τα έσοδα των επιχειρήσεων διότι τα ασφάλιστρα δεν εγγράφονται ως έσοδο στα βιβλία, ακόμα και αν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις της παραγράφου 4.
Πρότασή μας είναι να υπάρξει ειδική μνεία στον νόμο ούτως ώστε αυτές οι απαιτήσεις των διαμεσολαβούντων να αντιμετωπίζονται όπως αυτές των εταιρειών factoring και να τους δίνεται η δυνατότητα να μπορούν να σχηματίζουν και να εκπίπτουν επισφαλείς απαιτήσεις από ασφάλιστρα της τάξης του 1% έως 1,5% ετησίως.
Διευκρινίζεται ότι η απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων που αφορά προμήθειες ασφαλιστηρίων συμβολαίων έναντι ασφαλιστικών εταιριών σχηματίζονται και εκπίπτουν κανονικά βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
2. Συμψηφισμός ασφαλίστρων με προμήθειες
Στις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. β’ του ΚΦΕ 4172/2013, όσον αφορά την έκπτωση των δαπανών από τα ακαθάριστα έσοδα, για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος αναφέρονται τα εξής:
Οι ακόλουθες δαπάνες δεν εκπίπτουν:
«β) κάθε είδους δαπάνη που αφορά σε αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας άνω των πεντακοσίων (500) ευρώ, εφόσον η τμηματική ή ολική εξόφληση δεν έγινε με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής».
Συνέχεια με την ΠΟΛ 1216/2014 δόθηκε η δυνατότητα αμοιβαίου συμψηφισμού ανταπαιτήσεων ως εξής:
«6. Σε περίπτωση που οι αντισυμβαλλόμενοι είναι ταυτόχρονα προμηθευτές και πελάτες, επιτρέπεται να προβούν σε εκατέρωθεν λογιστικούς συμψηφισμούς, εφόσον αυτό δεν αντιβαίνει σε διατάξεις άλλων νόμων. Όταν η διαφορά που απομένει μετά τον συμψηφισμό είναι μεγαλύτερη των 500 ευρώ, τότε για να αναγνωρισθεί το σύνολο των αγορών απαιτείται η εξόφλησή της με τραπεζικό μέσο πληρωμής».
Κατά την άποψή μας η διευκρίνιση που παρέχεται με την ΠΟΛ 1216/2014 καλύπτει τον συμψηφισμό των ασφαλίστρων με προμήθειες (με την προϋπόθεση την τήρηση των λοιπών όρων της παραγράφου) παρ’ όλο που η παράγραφος αναφέρεται σε προμηθευτές και πελάτες δεδομένης της διευκρίνισης που παρέχεται με την παράγραφο 2 εδάφιο τρίτο:
«Η μη εξόφληση των ως άνω δαπανών με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής δεν συνιστά, από μόνη της, εικονικότητα ως προς τη συναλλαγή και δεν έχει ως αποτέλεσμα τον προσδιορισμό του εισοδήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ιδίου νόμου, εφόσον δεν συντρέχουν και άλλοι λόγοι».
Παρ’ όλα αυτά χρήζει νομικής και νομοθετικής διευθέτησης η ανωτέρω διάταξη προκειμένου να μην υπάρχουν παρερμηνείες και στρεβλώσεις από πλευράς φορολογικών αρχών σε περιπτώσεις φορολογικών ελέγχων.
3. Χρόνος κτήσης εισοδήματος από προμήθειες διαμεσολάβησης
Κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος (2014) παρατηρήθηκε το φαινόμενο ότι κάποιες ασφαλιστικές εταιρίες στις εκκαθαρίσεις προμηθειών συμπεριέλαβαν τα ποσά των προμηθειών επί εξοφλημένων αποδείξεων και όχι των μέχρι σήμερα ισχύοντος επί εκδομένων αποδείξεων, επικαλούμενες τις διατάξεις του νόμου ότι χρόνος κτήσης του εισοδήματος είναι αυτός κατά τον οποίο ο δικαιούχος απέκτησε το δικαίωμα είσπραξής του.
Η άποψή μας είναι ότι το δικαίωμα της είσπραξης των προμηθειών υφίσταται με την έκδοση της απόδειξης ασφαλίστρων και όχι με τον χρόνο της εκταμίευσης αυτής. Αυτή μας την άποψη επιβεβαιώνουν και οι διατάξεις του κλαδικού λογιστικού σχεδίου για τον χειρισμό των εξερχομένων προμηθειών (βλέπε λογαριασμούς 61, 52, 57). Πάντως, για να λυθεί οριστικά το θέμα, καλό θα ήταν η νομική ερμηνεία του θέματος με βάση και τις διατάξεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας.

