Άρθρο του κ. Γιώργου Βελιώτη που δημοσιεύτηκε στο Broker’s Time 50*

*Ο κ. Βελιώτης είναι Γενικός Διευθυντής Ασφαλίσεων Ζωής & Υγείας της Interamerican

Ο τομέας της υγείας είναι πολύ «ιδιαίτερος» και, ανεξάρτητα από τις οικονομικές συνθήκες μιας περιόδου ή μιας χώρας, παρατηρείται ιστορικά ότι το κόστος της συνολικής διαχείρισης της υγείας συνεχώς αυξάνει.

Η αύξηση αυτή οφείλεται σε παράγοντες όπως το κόστος της ιατρικής τεχνολογίας -το οποίο εξελίσσεται-, το δημογραφικό, η γήρανση του πληθυσμού, ακόμη οι μεταβολές στις ασθένειες από τις οποίες πάσχει ο πληθυσμός. Είναι, λοιπόν, δύσκολο να ελέγξει κανείς το κόστος χωρίς αυτό να έχει συνέπειες για την ποιότητα των υπηρεσιών. Για να λύσουν αυτό το πρόβλημα αρκετές χώρες έχουν στραφεί σε συνεργασίες του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα, με στόχο αφενός να εξασφαλίσουν υπηρεσίες υψηλής ποιότητας σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο εύρος του πληθυσμού και αφετέρου να εξασφαλίσουν ότι τα χρήματα που θα διατεθούν για την Υγεία θα έχουν τη μεγαλύτερη δυνατή απόδοση. Στην Ελλάδα, σήμερα, λόγω της οικονομικής κατάστασης, είναι περισσότερο αναγκαίο από κάθε άλλη φορά να εξασφαλίζουμε ότι τα χρήματα που διαθέτουμε για την Υγεία -είτε το κράτος είτε οι πολίτες-θα έχουν τη μεγαλύτερη δυνατή απόδοση. Συνεπώς, η συνεργασία του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα σήμερα είναι περισσότερο από απαραίτητη.

Το εύλογο ερώτημα «αν υπάρχει πεδίο για συνεργασία του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα που θα φέρει σημαντική βελτίωση» έχει θετική απάντηση. Μέχρι σήμερα, στη χώρα μας, λείπει ο συντονισμός στον τομέα της υγείας, δημιουργώντας τρία, κατά βάση, προβλήματα:

  • Ο ιδιωτικός τομέας συχνά παρέχει τις ίδιες υπηρεσίες που παρέχει και ο δημόσιος. Είναι μια επανάληψη χωρίς λόγο, οι πολίτες πληρώνουν δύο φορές για τις ίδιες υπηρεσίες.
  • Οι υπηρεσίες που παρέχονται είναι κατακερματισμένες και δεν συμπληρώνονται μεταξύ τους κατάλληλα ώστε να συμβάλλουν στη σωστή διαχείριση των περιστατικών Υγείας.
  • Οι πόροι που διατίθενται για την Υγεία δεν κατανέμονται σωστά, με αποτέλεσμα σε άλλες περιπτώσεις να λείπουν οι κατάλληλες υπηρεσίες υγείας και σε άλλες περιπτώσεις να περισσεύουν.
  • Τα προβλήματα αυτά όχι μόνο βάζουν εμπόδια στους συμπολίτες μας να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της υγείας τους, αλλά επιπλέον αυξάνουν το κόστος της Υγείας.

    Τι χρειάζεται, λοιπόν, για να έχουμε συνέργειες δημόσιου και ιδιωτικού τομέα τέτοιες που να βελτιώσουν τις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας; Για τις συνέργειες δεν χρειάζεται κάτι περίπλοκο ή ακριβό, χρειάζονται μόνο μερικά απλά πράγματα:

  • Πρώτα από όλα, πρέπει να υπάρχει ανοιχτός και ειλικρινής διάλογος ανάμεσα στις δύο πλευρές.
  • Μέσα από τον διάλογο, να δημιουργηθεί κοινή αντίληψη των προβλημάτων και κοινό όραμα για το ποια πρέπει να είναι η «επόμενη ημέρα».
  • Να τεθούν κοινοί στόχοι, που θα είναι ρεαλιστικοί και για την επίτευξη των οποίων θα δεσμευθούν και οι δύο πλευρές.
  • Πρέπει να σχεδιαστεί ένα βασικό πακέτο καλύψεων/υπηρεσιών ως πλαίσιο που θα καθορίζει τη συνεργασία του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα.
  • Πρέπει να δημιουργηθεί η κατάλληλη μηχανογραφική υποδομή, που θα επιτρέψει την απρόσκοπτη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και θα συμβάλει στη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών που παίρνουν οι Έλληνες πολίτες.
  • Πρέπει να μετρώνται τα αποτελέσματα σε σταθερή βάση και να γίνονται οι κατάλληλες διορθωτικές κινήσεις, σε περίπτωση που τα αποτελέσματα αποκλίνουν από τους στόχους.
  • Το τελικό συμπέρασμα, λοιπόν, είναι ότι η συνεργασία του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα στην Υγεία όχι μόνο είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ, αλλά είναι και εφικτή αν υπάρχει η βούληση και από τις δύο πλευρές. Τα δε αποτελέσματα μιας τέτοιας συνεργασίας μπορεί να είναι θεαματικά, τόσο σε επίπεδο εξοικονόμησης πόρων όσο και σε επίπεδο βελτίωσης των υπηρεσιών Υγείας που παίρνουν οι πολίτες της χώρας.