Άρθρο του κ. Ηρακλή Δασκαλόπουλου* που δημοσιεύτηκε στο Broker’s Time 40

*Ο κ. Ηρακλής Δασκαλόπουλος είναι Αναλογιστής, Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής της Εθνικής Ασφαλιστικής

Μόλις δεκατρείς μήνες μας χωρίζουν από την πλήρη εφαρμογή του νέου εποπτικού πλαισίου φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων Solvency II και όλες οι επιχειρήσεις της αγοράς έχουν επιταχύνει το ρυθμό προσαρμογής τους σε αυτό. Φαίνεται όμως ότι, ως αγορά, το επίπεδο προσαρμογής μας είναι ακόμη χαμηλό σε σχέση με το χρόνο που απομένει. Πράγματι, στο πλαίσιο μίας πρόσφατης έρευνας διεθνούς οίκου συμβούλων, οι εταιρίες της Ελληνικής Ασφαλιστικής Αγοράς ερωτήθηκαν πότε θεωρούν ότι θα έχουν προσαρμοσθεί πλήρως στις απαιτήσεις του Solvency II. Ένα σημαντικότατο ποσοστό 45% περίπου απάντησε ότι θα κατορθώσει να προσαρμοσθεί μέσα στο 2016, αλλά πάντως μετά από την προβλεπόμενη ημερομηνία πλήρους εφαρμογής (1/1/2016), ενώ ένα διόλου ευκαταφρόνητο 5% δήλωσε ότι προβλέπει να προσαρμοσθεί μέσα στο 2017.

Γνωρίζοντας τη μεγάλη έκταση και πολυπλοκότητα του έργου προσαρμογής, αλλά και τη δομή και τις ιδιαιτερότητες της Ελληνικής Ασφαλιστικής Αγοράς, η σχετική καθυστέρηση στην προσαρμογή δεν αποτελεί έκπληξη. Η προσαρμογή στο νέο πλαίσιο απαιτεί θεμελιώδεις αλλαγές στην οργάνωση και λειτουργία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, σημαντικότατες επενδύσεις σε μηχανογραφικές υποδομές, εξειδικευμένα στελέχη με υψηλό βαθμό τεχνογνωσίας, αλλά κυρίως -για πολλές από τις εταιρίες της αγοράς μας- αλλαγή φιλοσοφίας.

Χωρίς να είναι απλή υπόθεση, η υιοθέτηση των κανόνων του νέου πλαισίου είναι μάλλον ευκολότερη για τις τοπικές θυγατρικές πολυεθνικών εταιριών, καθώς ενισχύονται σε τεχνογνωσία και πόρους από τους μητρικούς τους ομίλους, ενώ αρκετά από τα έργα που απαιτούνται οργανώνονται και διεξάγονται σε επίπεδο ομίλου. Αντίθετα, ο βαθμός δυσκολίας για τις επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων είναι πολλαπλάσιος, καθώς πρέπει να διανύσουν το δρόμο που απαιτείται βασιζόμενες σε ιδίους πόρους και επενδύοντας σημαντικά ποσά στην απόκτηση τεχνογνωσίας και τεχνολογίας. Πάντως, ανεξάρτητα από το μέγεθος της εταιρίας και από το αν ανήκει ή όχι σε πολυεθνικό όμιλο, έχει τεράστια σημασία για την ομαλή και επιτυχημένη υιοθέτηση του Solvency II η ύπαρξη και εφαρμογή ενός συγκεκριμένου σχεδίου προσαρμογής με καθορισμένες δράσεις που ξεκινούν και ολοκληρώνονται με επιτυχία στον προβλεπόμενο χρόνο. Θεωρώ ότι, η καλή αυτή πρακτική εφαρμόζεται από το μεγαλύτερο πλήθος των εταιριών της αγοράς μας, είναι όμως αμφίβολο ότι εφαρμόζεται από όλες. Πρέπει να σημειωθεί ότι, εάν κάποια επιχείρηση δεν έχει μεταβάλλει καθόλου τον τρόπο λειτουργίας της και απλώς σπεύδει να προσαρμοσθεί όπως-όπως στις ενδιάμεσες οδηγίες, τότε είναι απολύτως βέβαιο ότι θα αντιμετωπίσει πολύ σοβαρά προβλήματα στο νέο εποπτικό περιβάλλον.

Από την αρχική, ακόμη, φάση του σχεδιασμού του νέου εποπτικού πλαισίου και μέχρι σήμερα, γίνεται μεγάλη συζήτηση για την αναλογικότητα στην εφαρμογή των κανόνων, προκειμένου να μην επιβληθούν υπέρμετρες απαιτήσεις σε ασφαλιστικές εταιρίες μικρού μεγέθους. Πράγματι, η τήρηση στο ακέραιο όλων των απαιτήσεων του Solvency II από μία μικρού μεγέθους επιχείρηση, θα επέφερε σημαντικότατη αύξηση του κόστους λειτουργίας της και θα μπορούσε να έχει επίδραση ακόμη και στη βιωσιμότητά της. Η αναλογική εφαρμογή είναι, κατά συνέπεια, ένα απολύτως εύλογο αίτημα και φαίνεται ότι έχει γίνει εν γένει αποδεκτό. Έχει μεγάλη σημασία όμως, ιδιαίτερα για την αγορά μας, η οποία περιλαμβάνει αρκετές μικρές εταιρίες, να καθορισθεί πού φθάνουν τα όρια της αναλογικότητας. Καθώς ο βασικότερος στόχος του νέου πλαισίου είναι η θωράκιση της φερεγγυότητας, ένας τομέας στον οποίο η αναλογικότητα πρέπει να έχει την πλέον περιορισμένη εφαρμογή, είναι αυτός της εταιρικής διακυβέρνησης. Εξάλλου, η ιστορία της Ελληνικής Ασφαλιστικής Αγοράς αποδεικνύει ότι, η γενεσιουργός αιτία πίσω από τις χρεοκοπίες ασφαλιστικών εταιριών είναι σχεδόν πάντα η απουσία κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης.

Έχοντας φθάσει, πλέον, πολύ κοντά στην ημερομηνία εφαρμογής του Solvency II, οι εταιρίες πρέπει φυσιολογικά να έχουν ολοκληρώσει τις εκτιμήσεις τους για το ύψος των εποπτικών κεφαλαίων που αναμένεται να χρειασθούν. Καθώς ο υπολογισμός των εποπτικών κεφαλαίων είναι αρκετά πολύπλοκος και επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις διαφοροποιούνται σημαντικά από εταιρία σε εταιρία.

Ταυτόχρονα, υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των εταιριών σε ότι αφορά στο υφιστάμενο ύψος της κεφαλαιοποίησής τους. Είναι, κατά συνέπεια, πολύ πιθανόν κάποιες εταιρίες να διαθέτουν ήδη τα απαιτούμενα κεφάλαια και κάποιες άλλες να χρειασθούν κεφαλαιακή ενίσχυση. Η αναζήτηση κεφαλαίων όμως, προκειμένου να τοποθετηθούν στην Ελληνική Ασφαλιστική Αγορά, είναι σήμερα εξαιρετικά δυσχερής, από τη στιγμή μάλιστα που πριν από μικρό σχετικά χρονικό διάστημα το σύνολο σχεδόν της αγοράς αναγκάσθηκε να προβεί σε αυξήσεις κεφαλαίου για να καλύψει τις απώλειες από το κούρεμα των ομολόγων.

Το ύψος, βέβαια, των απαιτούμενων κεφαλαίων μπορεί να περιορισθεί μέσω κατάλληλων προσαρμογών στη λειτουργία, το χαρτοφυλάκιο και τις επενδύσεις κάθε εταιρίας. Τέτοιες προσαρμογές μπορεί να αφορούν στην αντασφάλιση, την πολιτική ανάληψης και τιμολόγησης κινδύνων σε κάποιους κλάδους, την αναδιάρθρωση του χαρτοφυλακίου επενδύσεων, την πολιτική εισπράξεων και εν γένει σε πολλούς τομείς της επιχείρησης. Στο τελικό στάδιο προετοιμασίας στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα, είναι εξαιρετικά σημαντικό να έχουν ήδη διαγνωσθεί οι αλλαγές που θα έχουν τη μεγαλύτερη επίδραση στα αναγκαία εποπτικά κεφάλαια και οι εταιρίες να προχωρούν ήδη στην υλοποίησή τους. Αλλιώς, πέρα από το σημαντικό κόστος της προσαρμογής, θα έχουν να αντιμετωπίσουν και την ανάγκη άντλησης νέων, δυσεύρετων σήμερα, κεφαλαίων.

Σημ. Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο είναι προσωπικές