Άρθρο της κ. Μυρτούς Χαμπάκη * που δημοσιεύτηκε στο Broker’s Time 42

* Η κα Μυρτώ Χαμπάκη είναι Οικονομολόγος, Υπεύθ. Οικονομικών Θεμάτων & Κλ. Ζωής ΕΑΕΕ

Ο «μαύρος Ιούλιος» της ελληνικής οικονομίας, με την επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων άφησε έντονα τα σημάδια του σε όλους τους κλάδους και κατέστησε την ελληνική οικονομία αδύναμη να αντιδράσει ενεργά στην ύφεση. Συγκεκριμένα, οι επιπτώσεις από την επιβολή κεφαλαιακών ελέγχων στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, σύμφωνα πάντα με σχετική έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ που έγινε σε συνεργασία με την εταιρία ΜARC ΑΕ τον Ιούλιο του 2015, ήταν ιδιαίτερα οδυνηρές. Κάθετη πτώση στον κύκλο εργασιών τους λόγω της επιβολής κεφαλαιακών ελέγχων σημείωσαν 9 στις 10 επιχειρήσεις, ενώ 3 στις 10 επιχειρήσεις σημείωσαν μείωση πάνω από 70% του κύκλου εργασιών. Άμεση συνέπεια των κεφαλαιακών ελέγχων απετέλεσε η συρρίκνωση της κατανάλωσης κατά 50% κατά το διάστημα αυτό. Δυστυχώς, όλα τα τρέχοντα δεδομένα καταδεικνύουν ότι η έλλειψη ρευστότητας, η δραστική μείωση ιδιωτικής και δημόσιας επενδυτικής πρωτοβουλίας, αλλά και η δυσκολία στην απασχόληση αποτελούν ιδιαίτερα ανησυχητικούς παράγοντες που εμποδίζουν την πορεία της χώρας προς την ανάκαμψη.

Η ασφαλιστική αγορά έχει υποστεί μια σειρά επιπτώσεων αφενός μεν λόγω της επιβολής των κεφαλαιακών ελέγχων και αφετέρου λόγω των πρόσθετων φορολογικών επιβαρύνσεων επί των ασφαλιστικών προϊόντων, που απετέλεσαν μέρος των νέων φορολογικών μέτρων που επιβλήθηκαν.

Οι περιορισμοί στην κίνηση των κεφαλαίων έχουν ουσιαστικά φέρει την πώληση προϊόντων Ζωής συνδεδεμένων με επενδύσεις σε κατάσταση αναμονής, ενώ δημιούργησαν μια σειρά προβλημάτων που σχετίζονται με την καταβολή ασφαλίστρων, αντασφαλίστρων και αποζημιώσεων. Παράλληλα, οι κεφαλαιακοί έλεγχοι περιορίζουν στην πράξη την εκτέλεση της επενδυτικής πολιτικής των ασφαλιστικών εταιριών, αφού δεν επιτρέπουν την ελεύθερη επιλογή επενδύσεων κυρίως στο εξωτερικό. Λαμβάνοντας υπόψη την ευρύτερη δυσμενή πορεία της οικονομίας αλλά και τον τρόπο με τον οποίο επιβαρύνει τη λειτουργία των ασφαλιστικών εργασιών, η ασφαλιστική αγορά από την 1.1.2016 θα πρέπει να υιοθετήσει το νέο πλαίσιο φερεγγυότητας, το γνωστό σε όλους μας Solvency II, το οποίο προϋποθέτει δομικές αλλαγές αλλά και σημαντικές επενδύσεις σε χρήματα, ανθρωποώρες και υποδομές για το σύνολο του κλάδου.

Το ερώτημα που ακούγεται συχνά από στελέχη του χώρου αναφορικά με την εφαρμογή του Solvency II είναι: «Είναι η κατάλληλη στιγμή γι’ αυτό;». Στην Ελλάδα του 2015, που βρίσκεται σε βαθιά ύφεση ετών, με αρνητικές προοπτικές άμεσης ανάκαμψης, με όλους τους εισπρακτικούς περιορισμούς που το κράτος μεταφέρει σε πολίτες και επιχειρήσεις, με τις δομικές αλλαγές στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και παράλληλα με το συνεχώς μειούμενο διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών, πώς μπορεί μια ολόκληρη αγορά υπηρεσιών να επενδύσει σε υποδομές και να αντλήσει κεφάλαια, προκειμένου να αντεπεξέλθει στις νέες απαιτήσεις ενός ιδιαίτερα αυστηρού θεσμικού πλαισίου;

Η Οδηγία Solvency II έρχεται για να διασφαλίσει την αντοχή των εταιριών σε κρίσεις παρόμοιες σε σφοδρότητα με αυτή που βιώνουμε και εμπλουτίστηκε με χαρακτηριστικά αντιμετώπισης αυτών ακριβώς των επιπτώσεων που προκύπτουν σε περιόδους μεγάλης μεταβλητότητας. Για να κατανοήσουμε τις άμεσες επιπτώσεις των ιδιαίτερων οικονομικών συνθηκών της Ελλάδας σε σχέση με την υιοθέτηση του Solvency II, θα πρέπει να γίνει μια σύντομη αναφορά στις απαιτήσεις του ίδιου του νομικού πλαισίου. Η Οδηγία θεσπίζει ένα ενιαίο σύστημα υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων σε όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., υιοθετώντας τεχνικές διαχείρισης κινδύνων, εταιρικής διακυβέρνησης και διαφάνειας, οι οποίες κρίνονται πλέον απαραίτητες για την ορθή λειτουργία της αγοράς και την προστασία του ασφαλισμένου μέσα στο σύγχρονο και ιδιαίτερα πολύπλοκο χρηματοοικονομικό σύστημα.

Αν επικεντρωθούμε στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων, προκειμένου να υπολογιστούν οι Βασικές Κεφαλαιακές Απαιτήσεις Φερεγγυότητας (BSCR), λαμβάνονται υπόψη 6 ενότητες κινδύνου: Ο κίνδυνος της Αγοράς, ο κίνδυνος από προϊόντα Ζωής, ο κίνδυνος από προϊόντα Υγείας, ο κίνδυνος από τους Γενικούς Κλάδους, ο κίνδυνος Αντισυμβαλλομένου και τέλος ο κίνδυνος από τα Αϋλα Περιουσιακά στοιχεία. Σημαντικός παράγοντας για τη διαμόρφωση των τελικών κεφαλαιακών απαιτήσεων αποτελεί και η αλληλεξάρτηση των προαναφερόμενων κινδύνων εντός του ευρύτερου κινδύνου της οικονομικής κατάστασης της χώρας.

Οι παρούσες συνθήκες της οικονομίας επιβαρύνουν ιδιαίτερα τον κίνδυνο της Αγοράς, ο οποίος απαρτίζεται από διάφορες υποκατηγορίες κινδύνου. Ο βασικός κίνδυνος, αλλά και οι σχετικές υποκατηγορίες κινδύνου (κίνδυνος περιουσίας, καθαρής θέσης, συγκέντρωσης κ.λπ.) λόγω της υψηλής μεταβλητότητας και των υφεσιακών συνθηκών είναι ιδιαίτερα αυξημένοι, έχοντας ως αποτέλεσμα και την παράλληλη μεταβολή στην κεφαλαιακή απαίτηση, σε μια όμως περίοδο που η δυνατότητα άντλησης ρευστότητας είναι ιδιαίτερα περιορισμένη.

Εάν εξετάσουμε επίσης τον κίνδυνο Αντισυμβαλλομένου, δηλαδή τον κίνδυνο που προκύπτει από τη σχέση των ασφαλιστικών εταιριών με τρίτα μέρη, θα δούμε πως και εδώ παρατηρείται αυξημένος κίνδυνος αφενός μεν λόγω της ρευστής κατάστασης στο τραπεζικό σύστημα και αφετέρου λόγω της δυσκολίας από την περιορισμένη ρευστότητα στην οικονομία που δυσχεραίνει την είσπραξη των ασφαλίστρων. Το πάγωμα στις πωλήσεις συμβολαίων Ζωής συνδεδεμένων με επενδύσεις (Unit – Linked), έχει μειώσει μια σημαντική πηγή εσόδων για τον κλάδο, επηρεάζοντας τρίτα μέρη που ασχολούνται κυρίως με την προώθηση των εν λόγω προϊόντων.

Η κατάσταση των ελληνικών ασφαλιστικών εταιριών, όπως προαναφέρθηκε, επιβαρύνεται και από τη δυσκολία στην εκτέλεση της επενδυτικής πολιτικής τους προκειμένου να επιτύχουν το απαιτούμενο από την Οδηγία Αντιστοίχιση Ενεργητικού – Παθητικού (ALM Matching) σύμφωνα με τις απαιτήσεις του χαρτοφυλακίου τους, αφού υπάρχουν σημαντικοί περιορισμοί στις επενδύσεις τις οποίες μπορούν να πραγματοποιήσουν στην παρούσα φάση.

Οι απρόβλεπτες αλλαγές στο φορολογικό περιβάλλον είναι επίσης ένας άλλος σημαντικός

παράγοντας που δυσχεραίνει την τιμολόγηση των ασφαλιστικών προϊόντων και επηρεάζει τα αποτελέσματα των εταιριών ανατρέποντας τα επιχειρηματικά τους σχέδια και επηρεάζοντας εμμέσως τις μεγάλες κατηγορίες κινδύνου (Ζωής, Υγείας και Γενικών Ασφαλίσεων).

Όσον αφορά το κομμάτι των υποδομών, οι ασφαλιστικές εταιρίες έχουν επενδύσει και θα πρέπει να συνεχίσουν να επενδύουν και στο μέλλον σημαντικά ποσά για τη διαμόρφωση του συστήματος διακυβέρνησης, για τη στελέχωση σημαντικών λειτουργιών από τα κατάλληλα άτομα, για τα πληροφοριακά συστήματα που θα παρέχουν τις απαιτούμενες αναφορές προς την εποπτεία, τη διοίκηση αλλά και τον καταναλωτή. Σε ένα περιβάλλον οικονομικής δυσπραγίας, το οποίο εμπεριέχει ποικίλους οικονομικούς περιορισμούς, το κόστος εφαρμογής της Οδηγίας μεγεθύνεται.

Η ασφαλιστική αγορά έχει αποδείξει ότι μπορεί να προσαρμόζεται στις δύσκολες συνθήκες των τελευταίων χρόνων και να αντεπεξέρχεται στις δυσκολίες με επαγγελματισμό και υπευθυνότητα. Η εφαρμογή της Οδηγίας Solvency II, εάν και αποτελεί μεγάλη πρόκληση στο δυσμενές αυτό περιβάλλον, θα αποτελέσει τη βάση για τη μελλοντική ανάπτυξη αλλά και την αύξηση της αξιοπιστίας του κλάδου.

παράλογο ούτε και πρόκειται για τον μόνο κλάδο της οικονομίας που θα κλείσει με πτώση. Το στοίχημα λοιπόν θα είναι σε ποιον βαθμό θα καταφέρουμε να κάνουμε διορθωτικές κινήσεις τους επόμενους μήνες και πώς θα κινηθεί η αγορά σε μια δύσκολη αλλά και κρίσιμη χρονιά όπως το 2016, στη διάρκεια της οποίας θα εφαρμοστεί το Solvency ΙΙ.