Άρθρο του κ. Νίκου Χαλκιόπουλου * που δημοσιεύτηκε στο Broker’s Time 42

* Ο κ. Νίκος Χαλκιόπουλος είναι Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Πίστης

Συμπληρώνονται επτά έτη από την έναρξη της οικονομικής ύφεσης, η οποία υπενθυμίζεται ότι ξεκίνησε το έτος 2008 με αφορμή την κατάρρευση της Lehman Brothers, μιας εταιρίας με ζωή εκατόν πενήντα οκτώ ετών, τα απόνερα της οποίας βιώνουμε μέχρι και σήμερα.

Όπως είναι γνωστό, σε περιόδους ύφεσης αναδεικνύονται με μεγάλη έμφαση τα χρόνια προβλήματα των οικονομιών, κρατικών, εταιρικών και των ιδιωτικών, τα οποία καλύπτονταν επί σειρά ετών από αυξημένους ρυθμούς ανάπτυξης. Ένα από τα «θύματα» της ύφεσης των τελευταίων ετών αποτελεί και η ελληνική οικονομία, τα προβλήματα της οποίας αναδείχθηκαν με σφοδρότητα λόγω της καθυστερημένης αντίδρασης των υπευθύνων λειτουργών αλλά και της συνειδητοποίησης των Ελλήνων πολιτών ότι το επίπεδο διαβίωσης, που όλοι μας δημιουργήσαμε τα τελευταία έτη, δεν στηριζόταν σε παραγωγικές προϋποθέσεις, αλλά σε εικονικές προσεγγίσεις, οι οποίες είχαν κύριο χαρακτηριστικό τη χρηματοδότησή των μέσω δανειστικών συμβάσεων.

Αποτέλεσμα της ανωτέρω εικονικής πραγματικότητας ήταν εκτός των άλλων και ο περιορισμός της ανάπτυξης του Κλάδου Ζωής, γιατί ο καταναλωτής είχε την ελπίδα ότι η Κοινωνική Ασφάλιση (Σύνταξη και Υγειονομική Περίθαλψη) θα κάλυπτε και με το παραπάνω τις συνταξιοδοτικές του ανάγκες, αλλά και τις ανάγκες της υγειονομικής του περίθαλψης.

Έπρεπε να φθάσουμε στο χείλος της χρεοκοπίας και να μας επιβάλουν οι δανειστές μας τον εξορθολογισμό της λειτουργίας της Κοινωνικής Ασφάλισης (καταβολή των συντάξεων σύμφωνα με τα όρια αντοχής των Ταμείων, αλλά και του κρατικού προϋπολογισμού), καθώς και τον περιορισμό της αλόγιστης χρήσης των κρατικών υπηρεσιών υγείας. Ο Έλληνας πολίτης αρχίζει πλέον να συνειδητοποιεί ότι κατά την περίοδο της συνταξιοδοτικής του ζωής η Κοινωνική Ασφάλιση θα του καταβάλει μία ελάχιστη εγγυημένη σύνταξη στα πλαίσια των δυνατοτήτων του (περίπου 360 € από 1.1.2015), αλλά και επιπλέον ποσό το οποίο θα είναι ανάλογο των εισφορών, που έχει καταβάλει ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια της εργασιακής του ζωής.

Επιπλέον των ανωτέρω, από την 1η Ιανουαρίου 2016 τίθεται σε ισχύ το νέο Εποπτικό Πλαίσιο Solvency II, ισχύει για τις χώρες της ΕΟΚ, το οποίο εκτός των άλλων επιβάλλει ισχυρές κεφαλαιακές απαιτήσεις στις ασφαλιστικές εταιρίες που προωθούν ασφαλιστικά προγράμματα με εγγύηση επιτοκίου, όπως είναι τα συνταξιοδοτικά προγράμματα και έμμεσα προωθεί τα Unit Linked προϊόντα.

Η απάντηση στο ερώτημα «πότε θα ομαλοποιηθεί ο τομέας των Unit Linked» μπορεί να προσεγγισθεί σε δύο φάσεις. Η πρώτη και απαραίτητη φάση είναι η ομαλοποίηση της οικονομικής κατάστασης στη χώρα μας (ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, άρση των Capital Cοntrols, ορθολογική λειτουργία του κρατικού μηχανισμού κ.λπ.) και σε δεύτερο χρόνο να συνειδητοποιήσει ο Έλληνας ότι τα Unit Linked Προγράμματα αποτελούν το βασικό μέσο για την άμεση αποταμίευσή του, αλλά και για τη συνταξιοδοτική του αποταμίευση στα χρόνια του εργασιακού του βίου.

Ο εργαζόμενος μέσω των Unit Linked προγραμμάτων μπορεί να εξασφαλίσει μια ιδιαίτερα αποδοτική επένδυση σε βάθος χρόνου, την οποία διαχειρίζονται εξειδικευμένα στελέχη και η οποία στα χρόνια της συνταξιοδότησής του μπορεί να αποτελέσει τη βασική πηγή των μηνιαίων ποσών, που απαιτούνται για την ποιοτική διαβίωσή του ή για σπουδές των παιδιών του ή και την επαγγελματική τους αποκατάσταση.

Επιπλέον των ανωτέρω, είναι υποχρέωσή μας να ενημερώσουμε τον Έλληνα καταναλωτή ότι η μοναδική φορολογική απαλλαγή των ασφαλίστρων (για εταιρίες και εργαζομένους), που προβλέπει η νομοθεσία (Νόμος 4172/2013), παρέχεται στα Ομαδικά Συνταξιοδοτικά Προγράμματα των ασφαλιστικών εταιριών (Unit Linked και μη), το δε προϊόν της εξαγοράς ή της μηνιαίας παροχής φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή από 10% έως 30%, ανάλογα με τις προβλέψεις του Νόμου.

Από τα ανωτέρω γίνεται σαφές ότι η ομαλοποίηση της λειτουργίας των Unit Linked προϊόντων αναμένεται να πραγματοποιηθεί σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, θα αποτελέσουν δε το ενδεδειγμένο μέσο που θα δώσει τις αναγκαίες λύσεις στην απαιτούμενη αποταμίευση, αλλά κυρίως στη συνταξιοδοτική αποταμίευση των καταναλωτών.