Άρθρο του κ. Δημήτρη Μαζαράκη * που δημοσιεύτηκε στο Broker’s Time 42

* Ο κ. Δημήτρης Μαζαράκης είναι CEO & Vice Chairman BoD MetLife, Life Insurance S.A. Greece, Chairman BoD MetLife MFC

Η ασφαλιστική αγορά σήμερα, μέσα σε συνθήκες πρωτόγνωρες και γεμάτες προκλήσεις, δοκιμάζεται πολλαπλώς. Η πολιτική αβεβαιότητα, η συρρίκνωση του ΑΕΠ, η ανεργία και η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος από τη μία πλευρά, τα χαμηλά επιτόκια και το Solvency II από την άλλη, δημιουργούν συνθήκες ασφυξίας και επιταχύνουν τις διαδικασίες αναμόρφωσης του χάρτη της ιδιωτικής ασφάλισης στη χώρα μας.

Στις παραπάνω προκλήσεις ήρθαν να προστεθούν πρόσφατα και τα Capital Controls, που πέραν των ευρύτερων αρνητικών τους επιπτώσεων στην οικονομία, επηρεάζουν σημαντικά τόσο την επενδυτική στρατηγική όσο και την προϊοντική στρατηγική των ασφαλιστικών εταιριών.

Στην παρούσα φάση οι ασφαλιστικές εταιρίες, λόγω των περιορισμών που επιβάλλουν τα Capital Controls, δεν μπορούν να υλοποιήσουν απρόσκοπτα την επενδυτική στρατηγική που είχαν χαράξει και αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση των κεφαλαιακών τους απαιτήσεων σύμφωνα με το II. Οι εταιρίες του χώρου θα βρεθούν αντιμέτωπες με τις ποινές που προβλέπει η οδηγία Solvency II, καθότι εξαιτίας των Capital Controls δεν είναι σε θέση να εφαρμόσουν μια συνετή επενδυτική στρατηγική που προστατεύει τον καταναλωτή και είναι σύμφωνη με την οδηγία αυτή.

Όσον αφορά στην προϊοντική στρατηγική των ασφαλιστικών εταιριών ζωής, είναι γεγονός ότι η αγορά έχει κάνει μία σημαντική στροφή τα τελευταία χρόνια προς τα προϊόντα τύπου UL, έναν κλάδο που παρουσιάζει εντυπωσιακή ανάπτυξη και ουσιαστικά οδηγεί την αγορά ασφαλιστηρίων ζωής. Οι δύο βασικές αιτίες αυτής της μεγάλης αλλαγής είναι το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, αλλά και το επερχόμενο εποπτικό πλαίσιο Solvency II.

Πιο συγκεκριμένα, το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων έχει οδηγήσει τις ασφαλιστικές εταιρίες να απομακρυνθούν από τα προϊόντα εγγυημένου επιτοκίου και να αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις για τις αποταμιευτικές και επενδυτικές ανάγκες των πελατών τους στα προϊόντα τύπου UL. Στο παρελθόν, οι υψηλές αποδόσεις των επενδύσεων ήταν το μυστικό της επιτυχίας καθώς δημιουργούσαν αξία τόσο για τον πελάτη όσο και για τον ασφαλιστή και την ασφαλιστική εταιρία. Σήμερα, όπου οι αποδόσεις αυτές είναι πολύ χαμηλές, δεν είναι δυνατό να δημιουργηθεί αξία για όλα τα μέρη και ως εκ τούτου τα προϊόντα UL αποτελούν τη μοναδική εναλλακτική. Επίσης, οι σημαντικά μεγαλύτερες κεφαλαιακές απαιτήσεις που δημιουργούν, σύμφωνα με το Solvency II, τα προϊόντα με μακροχρόνιες εγγυήσεις έναντι των προϊόντων τύπου UL έπαιξαν καθοριστικό ρόλο σε αυτή την απόφαση των εταιριών.

Και ενώ η αγορά προσαρμοζόταν στις νέες συνθήκες, στα τέλη του περασμένου Ιουνίου, τα capital controls ήρθαν να προσθέσουν έναν ακόμη «πονοκέφαλο» στις ασφαλιστικές εταιρίες ανακόπτοντας βίαια τη σημαντική στα που οι υποχρεώσεις όλων μας, λόγω της φορολογίας, αυξάνονται.

Και δεν είναι μόνο οι εταιρίες, αλλά και οι ασφαλιστές που βλέπουν τα εισοδήματά τους να περιορίζονται σημαντικά, τη στιγμή μάλιστα που οι υποχρεώσεις όλων μας, λόγω της φορολογίας, αυξάνονται. Με την πρόσφατη Υπουργική Απόφαση (25/9) δόθηκε μερική απάντηση στο πρόβλημα επένδυσης των UL που ήταν σε ισχύ την ημερομηνία επιβολής των Capital Controls.

Θεωρώ όμως απαραίτητο να δοθεί άμεσα μια συνολική, σαφής και ξεκάθαρη λύση για τον κλάδο, η οποία αφενός θα επιτρέπει την εφαρμογή της επενδυτικής στρατηγικής των εταιριών και αφετέρου την ομαλή λειτουργία του κλάδου των UL.

Ιδιαίτερα για τον κλάδο των UL, πέρα από το εν ισχύ χαρτοφυλάκιο, θα πρέπει να δοθεί άμεσα λύση και στις νέες πωλήσεις περιοδικών καταβολών με επέκταση της δυνατότητας μεταφοράς στο εξωτερικό του ποσού των 500 ευρώ μηνιαίως ανά φυσικό πρόσωπο, ενώ τέλος με την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών θα πρέπει μέσα σ’ ένα πλαίσιο κανόνων να επιστρέψουν στην κανονικότητα τόσο τα εφάπαξ καταβολής προϊόντα UL όσο και τα ΑΚ.

Οι μέχρι σήμερα αρνητικές επιπτώσεις στην αγορά, από την επιβολή των μέτρων, είναι σημαντικές και η όποια καθυστέρηση στην εξεύρεση λύσης θα επιφέρει ακόμη μεγαλύτερες ζημιές στην οικονομία και στον ασφαλιστικό κλάδο, τη στιγμή μάλιστα που η αγορά ιδιωτικής ασφάλισης αγωνίζεται να ξεπεράσει τις επιπτώσεις της οικονομικής ύφεσης και να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του νέου εποπτικού πλαισίου.