Άρθρο της κ. Πόλυς Τσιτσώνη, που δημοσιεύτηκε στο Broker’s Time 52*

*Η κ. Τσιτσώνη είναι Νομική Σύμβουλος, Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια του Υπουργείου Δικαιοσύνης

Ο διαμεσολαβητής οφείλει να ενεργεί και να ασκεί το επάγγελμά του στο πλαίσιο του Κώδικα Δεοντολογίας Διαπιστευμένων Διαμεσολαβητών, και να ακολουθεί πρόγραμμα διαρκούς επιμόρφωσης και εξάσκησης στη διαμεσολάβηση.

Ένα επίκαιρο, πάντα, θέμα συζήτησης στον ασφαλιστικό κλάδο είναι η προώθηση μηχανισμών ή θεσμών που μπορούν να οδηγήσουν στην ικανοποίηση των ασφαλιστικών απαιτήσεων εξωδικαστικά, προκειμένου να αποφευχθούν μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες.

Ο μεσίτης ασφαλίσεων καλείται να παίξει τον ευαίσθητο ρόλο του ισορροπιστή μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και του ασφαλισμένου, ώστε οι διαφορές ή οι διαφωνίες που μπορεί να προκύψουν κατά τη διάρκεια του ασφαλιστικού συμβολαίου να επιλυθούν εξωδικαστικά, και να προστατευθούν παράλληλα τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των πελατών του χωρίς να διαταραχθεί η συνεργασία όλων των μερών.

Ακολουθούν πέντε ερωτήσεις και απαντήσεις αναφορικά με το γιατί ο θεσμός της διαμεσολάβησης του ν. 3898/2010 βοηθά στον γρήγορο, ασφαλή και αποτελεσματικό διακανονισμό της ζημιάς:

1. Τι είναι η διαμεσολάβηση;

Η διαμεσολάβηση στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις εισήχθη στο ελληνικό σύστημα δικαίου με τον ν. 3898/2010 και ενσωματώνει την Οδηγία 2008/52/EC του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου στις 21 Μαΐου 2008. Αφορά την εξωδικαστική διαδικασία επίλυσης μιας διαφοράς κατά την οποία διευκολύνεται ο διάλογος μεταξύ των αντικρουόμενων μερών με την παρέμβαση ενός ουδέτερου προσώπου, του διαμεσολαβητή. Ο τελευταίος, ακολουθώντας συγκεκριμένη διαδικασία και ειδική τεχνική, βοηθά τα μέρη να μετακινηθούν από τις αντίθετες σκληρές θέσεις στα κοινά συμφέροντά τους και να καταλήξουν σε συμφωνία.

2. Ποιος ορίζεται διαμεσολαβητής;

O διαμεσολαβητής είναι ένας επαγγελματίας ειδικά εκπαιδευμένος στην επίλυση των συγκρούσεων. Απαιτείται να είναι κάτοχος πανεπιστημιακού τίτλου σπουδών, με επιπλέον κατάρτιση και πιστοποίηση στη διαμεσολάβηση. Στην Ελλάδα, ο διαμεσολαβητής οφείλει να έχει παρακολουθήσει ειδική επιστημονική εκπαίδευση σε εξειδικευμένο και αναγνωρισμένο από το κράτος Κέντρο Κατάρτισης, να έχει διαπιστευθεί από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και να είναι εγγεγραμμένος στον κατάλογο των διαπιστευμένων διαμεσολαβητών του ΥΔΔΑΔ. Ο διαμεσολαβητής ασκεί ειδικές δεξιότητες, όπως την ενσυναίσθηση και τη διαπραγμάτευση, ακολουθεί δε την ενδεδειγμένη για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέθοδο, βασισμένη στην ανάλυση της διαφοράς σύμφωνα με τις θεωρίες των προσωπικοτήτων, των συγκρούσεων, των πολιτιστικών, οικονομικών, κοινωνικών διαφορών κ.λπ.

Ο διαμεσολαβητής οφείλει να ενεργεί και να ασκεί το επάγγελμά του στο πλαίσιο του Κώδικα Δεοντολογίας Διαπιστευμένων Διαμεσολαβητών και να ακολουθεί πρόγραμμα διαρκούς επιμόρφωσης και εξάσκησης στη διαμεσολάβηση.

3. Ποια είναι η διαδικασία της διαμεσολάβησης;

Η διαμεσολάβηση μπορεί να γίνει οποτεδήποτε: πριν, κατά τη διάρκεια της δικαστικής αντιδικίας των μερών ή και μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Πριν την έναρξή της υπογράφεται ένα αρχικό γραπτό Συμφωνητικό Υπαγωγής στη Διαμεσολάβηση. Διεξάγεται σε έναν ουδέτερο χώρο και διαρκεί συνήθως από μία έως δύο συναντήσεις, είτε κοινές με όλα τα μέρη είτε ξεχωριστές για κάθε μέρος με τον διαμεσολαβητή. Παρόντες είναι ο διαμεσολαβητής και τα μέρη. Εφόσον θέλουν να υπαχθούν στη διαδικασία του ν. 3898/2010, τα μέρη παρίστανται με τους δικηγόρους τους, οι οποίοι και θα συντάξουν τη συμφωνία που θα περιληφθεί στο τελικό κείμενο στο Σύμφωνο Διαμεσολάβησης.

Εάν το θελήσει ένα από τα μέρη, το Σύμφωνο Διαμεσολάβησης κατατίθεται στο Πρωτοδικείο και γίνεται τίτλος εκτελεστός με ισχύ δικαστικής απόφασης. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, τα μέρη εκφράζονται στον διαμεσολαβητή ισότιμα, ελεύθερα και σε καθεστώς πλήρους ασφάλειας και εχεμύθειας. Η διαδικασία είναι προφορική και δεν υπάρχουν γραπτά πρακτικά.

4. Ποιο είναι το κόστος της διαμεσολάβησης;

Ανάλογα με τη συμφωνία μεταξύ των μερών και του διαμεσολαβητή, ο τελευταίος μπορεί να αμειφθεί με την ώρα ή με όποιον άλλο τρόπο συμφωνήσουν. Ο νόμος ορίζει ως κατώτερα όρια την αμοιβή του διαμεσολαβητή σε 200 ευρώ την ώρα, την παράσταση του δικηγόρου σε 150 ευρώ και για την κατάθεση του Συμφώνου Διαμεσολάβησης στη γραμματεία του οικείου Πρωτοδικείου το παράβολο σε 100 ευρώ.

5. Γιατί να προτείνουμε τη διαμεσολάβηση στον πελάτη μας;

Το επιχείρημα που ακούγεται πιο συχνά υπέρ της διαμεσολάβησης είναι η δυνατότητα να λυθεί η διαφορά, και έτσι να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις και να καταβληθεί το συμφωνηθέν ασφάλισμα πιο γρήγορα και με λιγότερα έξοδα. Όλοι μας γνωρίζουμε ότι το σημαντικότερο πρόβλημα στην απονομή της δικαιοσύνης είναι η καθυστέρηση στην εκδίκαση των υποθέσεων αλλά και η αύξηση των δικαστικών εξόδων.

Επίσης, εκτός των άλλων, τα μέρη δεν επαφίενται στο δικαστήριο να ορίσει τυχαία έναν δικαστή, ο οποίος θα αποφασίσει μόνος του για τα προβλήματα που τους χωρίζουν -και πολλές φορές χωρίς να λάβει υπόψη του τις προσωπικές ιδιαιτερότητες και το συμφέρον τους-, αλλά επιλέγουν οι ίδιοι τον δικό τους διαμεσολαβητή με τα κριτήρια που προσιδιάζουν στην υπόθεσή τους, απαλλάσσονται από τη δυσκολία να βρουν μάρτυρες για να αποδείξουν το δίκαιό τους και επίσης προστατεύουν το απόρρητο και τις ευαίσθητες προσωπικές πληροφορίες, που συχνά αποκαλύπτονται κατά τη διάρκεια μιας αντιμαχίας.

Ο διαμεσολαβητής απαγορεύεται να δημοσιοποιήσει ή να καταθέσει ως μάρτυρας και, γενικά, να συμμετέχει σε ενδεχόμενη δίκη. Αν η προσπάθεια με τη διαμεσολάβηση δεν καταλήξει σε συμφωνία, η συνάντηση των αντιδίκων ενώπιον του διαμεσολαβητή βοηθά στην εκτόνωση των αρνητικών συναισθημάτων τους και μπορεί να καταλήξει σε επιμέρους συμφωνίες για κάποια θέματα, και για τα θέματα που δεν συμφωνούν να απευθυνθούν στο δικαστήριο.

Τέλος, η διαμεσολάβηση είναι ακίνδυνη, διότι είναι βασισμένη στις αρχές της εμπιστευτικότητας και της ελευθερίας των μερών να την αρχίσουν ή να τη σταματήσουν όποτε το θελήσουν χωρίς καμία συνέπεια. Εφόσον δε καταλήξουν σε συμφωνία που θα καταθέσουν στο Πρωτοδικείο, αυτή γίνεται άμεσα εκτελεστή όπως αναφέρουμε πιο πάνω.

Στον ασφαλιστικό χώρο, μπορούμε να διακρίνουμε πολλά πεδία εφαρμογής της διαμεσολάβησης. Σε υποθέσεις γενικού μαζικού ενδιαφέροντος, όπως ζημιές στον κλάδο αυτοκινήτων ή ασφάλισης κατοικίας, η διαμεσολάβηση είναι χρήσιμη για να αντιμετωπιστούν τα θέματα που δεν μπόρεσαν να επιλυθούν φιλικά με τη σύναψη συμφωνιών αποζημίωσης μεταξύ των ασφαλιστικών εταιρειών ή οι περιπτώσεις σωματικής και ηθικής βλάβης καθώς και ψυχικής οδύνης.

Επίσης, η διαμεσολάβηση μπορεί να συμβάλει σημαντικά σε θέματα που αφορούν μεγάλα χρηματικά ποσά αποζημίωσης, ασφαλιστική πολυπλοκότητα που μπορεί να προκύψει από συμβάσεις επαγγελματικής αστικής ευθύνης, κάλυψη κατασκευαστικών κινδύνων, ελαττωματικών προϊόντων κ.λπ.

Ο μεσίτης ασφαλειών με τη διαμεσολάβηση έχει πλέον να προτείνει έναν καινοτόμο θεσμό, μια νέα δίοδο επίλυσης διαφορών, και μπορεί να εξασφαλίζει στον πελάτη του μια ταχεία και βιώσιμη λύση, με μεγάλη εξοικονόμηση χρημάτων, χρόνου, πόρων και ψυχικής εμπλοκής.