Άρθρο της κ. Ιφιγένειας Τσόχα που δημοσιεύτηκε στο Broker’s Time 44*

* Η κ. Ιφιγένεια Τσόχα είναι στο Τμήμα Underwriting Εταιρικών Ασφαλίσεων της Generali

Η ασφάλιση της αστικής ευθύνης αποτελεί μία βασική κάλυψη, την οποία ανέκαθεν παρείχαν οι ασφαλιστικές εταιρίες και απευθυνόταν σε σταθερό κοινό, κυρίως τις επιχειρήσεις. Τα τελευταία χρόνια, όμως, συναντάται άνθηση του ενδιαφέροντος για την ασφάλιση αυτή στην Ελλάδα, η οποία είναι αποτέλεσμα κυρίως της ραγδαίας ανάπτυξης του τουρισμού καθώς και της εξωστρέφειας των ελληνικών επιχειρήσεων, που εν μέσω οικονομικής κρίσης επιχειρούν στο εξωτερικό. Στo πλαίσιo αυτής της άνθησης, είναι ενδιαφέρον να εξετάσουμε τις βάσεις ασφάλισης στις οποίες παρέχεται η κάλυψη της αστικής ευθύνης:

α) loss occurrence: κάλυψη που αφορά περιστατικά που θα προκύψουν (occur) κατά τη διάρκεια ισχύς του ασφαλιστηρίου, ανεξάρτητα από το πότε θα εγερθεί αίτημα αποζημίωσης και

β) claims made: κάλυψη που ενεργοποιείται όταν τόσο το αίτημα αποζημίωσης όσο και το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει εντός της ασφαλιστικής περιόδου.

Κατά το παρελθόν η ασφάλιση της αστικής ευθύνης παρεχόταν, διεθνώς, κατά κύριο λόγο σε βάση loss occurrence. Σύμφωνα, δηλαδή, με την ημερομηνία συμβάντος – ακόμη και εάν το ασφαλιστήριο είχε λήξει ή διακοπεί – και το δικαίωμα γνωστοποίησης στην ασφαλιστική εταιρία και ενεργοποίησης της κάλυψης, ακολουθούσε την προβλεπόμενη εκ του νόμου παραγραφή. Στην ασφάλιση αστικής ευθύνης loss occurrence η αποζημίωση εξετάζεται σύμφωνα με τα όρια ευθύνης, τους όρους και τις προϋποθέσεις που ίσχυαν στην ασφάλιση κατά την επέλευση του συμβάντος.

Ωστόσο, τη δεκαετία του 1980 η διεθνής ασφαλιστική αγορά υπέστη σημαντικές απώλειες στον κλάδο της αστικής ευθύνης, καθώς όχι μόνο αυξήθηκαν σημαντικά οι αποζημιώσεις, αλλά και παρουσιάστηκαν υψηλές ζημίες οφειλόμενες σε αμίαντο, μόλυνση περιβάλλοντος και ιατρικές ευθύνες, οι οποίες κλυδώνισαν τα αποτελέσματα των εταιριών στη Δυτική Ευρώπη και την Αμερική. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αύξηση των ασφαλίσεων επαγγελματικών ευθυνών, οδήγησαν τις ασφαλιστικές εταιρίες να κινηθούν σε μια πιο ορθολογική προσέγγιση της ασφάλισης αστικής ευθύνης. Η πρόταση των ασφαλιστικών εταιριών ήταν η ασφάλιση claims made.

Σε αντίθεση με το loss occurrence, η βάση ασφάλισης claims made, κατά γενική εφαρμογή, ενέχει τους ακόλουθους περιορισμούς:

1. Το ζημιογόνο γεγονός, το οποίο επιφέρει απαίτηση προς αποζημίωση, να έχει συμβεί εντός της περιόδου ασφάλισης.

2. Η απαίτηση προς αποζημίωση ή η δήλωση πιθανής ζημίας να γνωστοποιηθεί στην ασφαλιστική εταιρία εντός της περιόδου ασφάλισης.

3. Η ζημία να μην είναι γνωστή στον ασφαλισμένο πριν από την έναρξη της ασφάλισης.

Σε ένα ασφαλιστήριο claims made είναι διακριτή η αναγραφή της ημερομηνίας αναδρομικής ισχύος, η οποία κατά κανόνα είναι η ημερομηνία έναρξης της ασφάλισης και αναφέρεται σε κάθε ανανέωση αυτού. Αξίζει να σημειωθεί ότι η βάση ασφάλισης claims made προβλέπει συνήθως και εκτεταμένη περίοδο αναγγελίας απαιτήσεων. Με άλλα λόγια, μια προσυμφωνημένη περίοδο μετά τη λήξη ή διακοπή του ασφαλιστηρίου εντός της οποίας ο ασφαλισμένος μπορεί να γνωστοποιήσει γεγονότα ή απαιτήσεις που αφορούν την περίοδο κατά την οποία η κάλυψη ήταν σε ισχύ. Γνωστοποιήσεις περιστατικών ή απαιτήσεων μετά την πάροδο της εκτεταμένης περιόδου αναγγελίας απαιτήσεων δεν γίνονται αποδεκτές.

Για την ασφαλιστική εταιρία, η εφαρμογή του claims made αποσκοπεί στον περιορισμό της περιόδου γνωστοποίησης ζημιάς. Για τον ασφαλισμένο, παρά το γεγονός ότι η βάση ασφάλισης claims made τον ωθεί να ανανεώσει και να διατηρήσει την ασφάλισή του στην ίδια εταιρία, προσφέρει και το σημαντικό πλεονέκτημα του χαμηλότερου κόστους, απ’ ό,τι εάν είχε το ίδιο ασφαλιστήριο σε βάση ασφάλισης loss occurrence. Έτσι, κάθε επαγγελματίας μπορεί να εξασφαλίσει εκτεταμένη κάλυψη για πολλαπλάσιους κινδύνους, με προσιτό κόστος.

Πρακτικά, στην ελληνική ασφαλιστική αγορά το loss occurrence συναντάται στην ασφάλιση κινδύνων γενικής αστικής ευθύνης, π.χ. ασφάλιση επιχειρήσεων και εργοδοτικής ευθύνης, ενώ το claims made εφαρμόζεται ενδεικτικά σε κινδύνους επαγγελματικής ευθύνης, ευθύνης προϊόντος, ευθύνης διευθυντών και στελεχών (D&O) και τη μόλυνση περιβάλλοντος.

Με την παγκόσμια εμπειρία και διάχυση τεχνογνωσίας εντός των χωρών του Ομίλου, η Generali είναι μία από τις κορυφαίες εταιρίες στον κλάδο αστικής ευθύνης, προσφέροντας tailor-made λύσεις για κάθε είδους κίνδυνο. Επίσης, έχει την ευελιξία να προσφέρει λύσεις είτε σε βάση claims made είτε σε loss occurrence, ανταποκρινόμενη στις εξειδικευμένες ανάγκες των επαγγελματιών και παρέχοντάς τους την απαραίτητη καθοδήγηση για την επιλογή της κατάλληλης επιλογής ασφάλισης.