Άρθρο του κ. Πάνου Δημητρίου που δημοσιεύτηκε στο Broker’s Time 52*
*Ο κ. Δημητρίου είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Generali
Μέχρι τον προσεχή Οκτώβριο, η νέα Οδηγία ΕΕ 2016/97 για τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων – πιο γνωστή ως IDD – θα είναι μια πραγματικότητα, θέτοντας κανόνες διαφάνειας και πελατοκεντρικότητας για το σύνολο της αγοράς.
Το ερώτημα που τίθεται όμως είναι αν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής θα καταφέρει να αξιοποιήσει την Οδηγία ως ένα εργαλείο αναβάθμισης του ρόλου του στη διανομή των ασφαλιστικών προϊόντων.
Παρατηρώντας τις εξελίξεις, διακρίνουμε -από μια μερίδα τουλάχιστον- διαμεσολαβητών έναν σκεπτικισμό, ίσως και μια φοβία για τους αυστηρούς κανόνες που εισάγει η Οδηγία, με έμφαση στην προστασία των καταναλωτών, στην πολύπλευρη ενημέρωσή τους και στις ευθύνες που αναλαμβάνει ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής στο θέμα των προμηθειών και αμοιβών του και στις απαιτήσεις συνεχούς επανεκπαίδευσης και επαναπιστοποίησής του.
Ωστόσο, οι αυστηρές απαιτήσεις της Οδηγίας για τη διανομή προϊόντων -που βασίζονται στη φιλοσοφία της καλύτερης κάλυψης των αναγκών και των συμφερόντων των καταναλωτών και διατηρούν τα πρότυπα αυτά σε όλο τον κύκλο ζωής τους- αναδεικνύουν σαφώς την αξία του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή στην επιλογή της κατάλληλης ασφαλιστικής λύσης για τον καταναλωτή.
Για τους παραπάνω λόγους η διαμεσολάβηση θα πρέπει να απενοχοποιήσει και τη συζήτηση για τις προμήθειες και τις αμοιβές της. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δεν θα πρέπει να αισθάνεται ενοχές για το ύψος της προμήθειάς του, της αμοιβής του, η οποία είναι αναγκαία για την επιβίωσή του αλλά και για να επιτελεί το έργο του: να σχεδιάζει την καλύτερη -και όχι απλώς τη φθηνότερη- ασφαλιστική πρόταση για τον πελάτη του. Με τις σκέψεις αυτές θεωρώ ότι η IDD θα αναβαθμίσει περαιτέρω τον ρόλο του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, έναν ρόλο στον οποίο η Generali επενδύει ουσιαστικά τα τελευταία χρόνια, εμμένοντας στην πολιτική της ανάπτυξης σε στενή, αποκλειστική συνεργασία μαζί του.
Σε ό,τι αφορά στον τρόπο λειτουργίας των εταιρειών, η Οδηγία αποτελεί μια αφορμή για την απλοποίηση των διαδικασιών και των προϊόντων, ώστε αυτά να ανταποκρίνονται ουσιαστικά στις ανάγκες των πελατών, την εξυγίανση του τρόπου λειτουργίας της διαμεσολάβησης, με τη θέσπιση ενιαίων κανόνων διαχείρισης και εποπτείας, και την αύξηση της διαφάνειας στη σχέση μεταξύ του διαμεσολαβητή και της εταιρείας.
Η ορθή εφαρμογή της μόνο θετικά αποτελέσματα μπορεί να έχει, αποτελώντας ένα ακόμη μέτρο για την αντιμετώπιση του αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των διαφορετικών καναλιών διανομής και αυξάνοντας την εμπιστοσύνη των καταναλωτών προς τον θεσμό της ασφάλισης.

