Άρθρο του κ. Γιώργου Βελιώτη που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 45 του Broker’s Time

* ο κ. Γιώργος Βελιώτης είναι Γενικός Διευθυντής Ζωής και Υγείας του Ομίλου Interamerican

Κατά κανόνα, τα ασφαλιστικά προγράμματα υγείας, παγκοσμίως, είναι ετησίως ανανεούμενα. Η μέχρι σήμερα εμπειρία δείχνει ότι τα ετησίως ανανεούμενα προγράμματα μπορούν να αξιοποιηθούν με μεγάλη επιτυχία, ανεξάρτητα από τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούν, καθώς παρέχουν αξιόπιστες λύσεις, με διάρκεια στον χρόνο.

Στην Ελλάδα, κατά τη δεκαετία του 1980, το περιβάλλον των πολύ υψηλών επιτοκίων επέτρεπε –πρόσκαιρα– να αναπτυχθούν ισόβια ασφαλιστικά προγράμματα υγείας. Τα προγράμματα αυτά συνδέονταν με ισόβιες ασφαλίσεις ζωής που είχαν μεγάλες αποδόσεις των επενδύσεων και έκαναν βιώσιμα τα προγράμματα υγείας, αφού μπορούσαν να καλύψουν ένα μεγάλο μέρος από την αύξηση του κόστους της υγείας.

Τις επόμενες δεκαετίες όμως, οι αποδόσεις των επενδύσεων παρουσίαζαν συνεχή μείωση, καταλήγοντας στα σημερινά πολύ χαμηλά επίπεδα απόδοσης. Αυτή η εξέλιξη είχε ως συνέπεια να μην μπορεί να καλυφθεί σημαντικό μέρος της αύξησης του κόστους της υγείας, με τελικό αποτέλεσμα την αύξηση του ύψους των ασφαλίστρων.

Επιπλέον, οι αλλαγές στο οικονομικό περιβάλλον, που πολλαπλασίασαν τους κινδύνους, οδήγησαν την Ευρωπαϊκή Ένωση στη θεσμοθέτηση αυστηρότερων κανόνων για τη λειτουργία των ασφαλιστικών εταιρειών (Solvency II), που αυξάνουν το κόστος των ισόβιων ασφαλιστικών προγραμμάτων υγείας.

Είναι γεγονός ότι η διαφορά του κόστους ανάμεσα στα ισόβια και τα ετησίως ανανεούμενα ασφαλιστήρια έχει οδηγήσει ένα μεγάλο πλήθος πολιτών στη χώρα μας να επιλέξουν τα ετησίως ανανεούμενα προγράμματα. Όμως το κόστος δεν θα έπρεπε να είναι ο μόνος λόγος για να τα επιλέξουν. Ένας εξίσου σοβαρός λόγος είναι η δυνατότητα των ετησίως ανανεουμένων προγραμμάτων να προσαρμόζονται στην εξέλιξη της ιατρικής. Αντιθέτως, τα ισόβια προγράμματα δεν μπορούν να προσαρμοστούν στα συνεχώς εξελισσόμενα ιατρικά δεδομένα και έτσι οι ασφαλισμένοι με αυτά δεν απολαμβάνουν τα πλεονεκτήματα της σύγχρονης ιατρικής. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα είναι τα παλαιά συμβόλαια που καλύπτουν μια νοσηλεία με την προϋπόθεση ο ασφαλισμένος να διανυκτερεύσει για μία τουλάχιστον νύχτα στο νοσοκομείο. Σήμερα, το 70% των προγραμματισμένων χειρουργικών επεμβάσεων μπορεί να γίνει χωρίς διανυκτέρευση στο νοσοκομείο. Επίσης, ένα σημαντικό ποσοστό παθολογικών περιστατικών δεν απαιτεί διανυκτέρευση στο νοσοκομείο. Το να μη διανυκτερεύσει ο ασθενής στο νοσοκομείο του παρέχει μια σειρά από πλεονεκτήματα, όμως οι ασφαλισμένοι με παλαιότερα συμβόλαια που δεν καλύπτουν τις ημερήσιες θεραπείες δεν μπορούν να τα καρπωθούν. Ποιος γνωρίζει αν τα σημερινά συμβόλαια υγείας θα μπορούν να καλύψουν την αυριανή εξέλιξη της ιατρικής;

Τα ετησίως ανανεούμενα ασφαλιστήρια υγείας έχουν τη δυνατότητα να προσαρμόζονται καλύτερα στις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες και τις νέες ιατρικές πρακτικές. Επιπλέον, λόγω της ευελιξίας τους, καθιστούν τη διαχείριση του κόστους της υγείας καλύτερη, ώστε να απαιτούνται μικρότερες αυξήσεις ασφαλίστρων.

Όσο αφορά, τέλος, στο θέμα της «ασφάλειας και της αξιοπιστίας» των εν λόγω προγραμμάτων, εκτός από την τεράστια εμπειρία που υπάρχει διεθνώς, πλέον και στην Ελλάδα έχουμε αρκετή εμπειρία για να ξέρουμε ότι τα επιχειρήματα και οι λόγοι που ορισμένοι είχαν προβάλει ως δικαιολογίες για να μην ακολουθήσουμε και εμείς τη διεθνή πρακτική των ετησίως ανανεουμένων συμβολαίων, απλά, δεν ισχύουν.