Άρθρο της κ. Βασιλικής Δράκου που δημοσιεύτηκε στο Broker’s Time 51*
*Η κ. Δράκου είναι Μεσίτρια Ασφαλίσεων, Δράκου Μεσίτες Ασφαλίσεων ΜΕΠΕ & Μέλος του ΔΣ του ΣΕΜΑ
Η πρώτη προσπάθεια ώστε να θεσπιστεί νομοθετικά η κρατική εποπτεία της ιδιωτικής ασφάλισης στην Ελλάδα έγινε το 1909, ενώ το 1910 επετράπη η λειτουργία αλλοδαπών επιχειρήσεων και θεσπίστηκαν οι πρώτοι κανόνες για την ίδρυση και τη λειτουργία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
Από το 1926 έως και το 2008, αρμόδιο για την εποπτεία της ασφαλιστικής αγοράς ήταν το Υπουργείο Εμπορίου και στη συνέχεια το Υπουργείο Ανάπτυξης.
Την 1η Ιανουαρίου 2008, συστάθηκε η Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠΕΙΑ) ως αυτοτελής εποπτική αρχή, η οποία καταργήθηκε την 1η Δεκεμβρίου 2010 και οι αρμοδιότητές της ανατέθηκαν στην Τράπεζα της Ελλάδος με τον Ν. 3867/2010.
Με τον Ν. 4364/2016 (ΦΕΚ Α13) ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία το εποπτικό πλαίσιο 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη Φερεγγυότητα ΙΙ (Solvency ΙΙ), σύμφωνα με το οποίο ρυθμίζεται η λειτουργία και η εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ενιαίου Οικονομικού Χώρου. Σήμερα, το εποπτικό έργο του συστήματος ιδιωτικής ασφάλισης ασκείται από τη Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΔΕΙΑ) της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία καλείται να εφαρμόσει την αναθεωρημένη ευρωπαϊκή οδηγία για τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων Insurance Distribution Directive, IDD (ΕΕ 2016/97).
Η οδηγία IDD αντικαθιστά την υφιστάμενη Insurance Mediation Directive (IMD 2) και έχει καταληκτική ημερομηνία εφαρμογής στο εθνικό δίκαιο κάθε κράτους-μέλους την 23η Φεβρουαρίου του 2018. Η ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας στα εθνικά δίκτυα των κρατών-μελών της ΕΕ βρίσκεται σε εξέλιξη, με μόνη εξαίρεση τη Γερμανία, η οποία έχει ήδη ενσωματώσει την οδηγία, και για το λόγο αυτό η Insurance Europe αιτήθηκε την αναβολή της εφαρμογής της IDD έως την 1η Οκτωβρίου 2018, κάτι που έγινε κατ’ αρχήν δεκτό από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Στόχος της οδηγίας IDD είναι η δημοσιοποίηση των πληροφοριών που αφορούν στα διαμεσολαβούντα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ο καθορισμός των προϋποθέσεων και των επαγγελματικών προσόντων για την άσκηση των δραστηριοτήτων διάθεσης ασφαλιστικών προϊόντων και η λήψη μέριμνας για τη μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή.
Η οδηγία απαιτεί, μεταξύ άλλων, από τους διανομείς ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων και τους υπαλλήλους των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων των κρατών-μελών, καθώς και από όσους ασκούν τη δραστηριότητα διανομής ως δευτερεύουσα, να κατέχουν επαρκείς γνώσεις και ικανότητες για την εκτέλεση των εργασιών τους και να λαμβάνουν τουλάχιστον 15 ώρες επαγγελματικής κατάρτισης κατ’ έτος.
Επίσης, η IDD απαιτεί από τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές να διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης εντός της ΕΕ κατ’ελάχιστο 1.250.000 ευρώ ανά απαίτηση και 1.850.000 ευρώ, συνολικά, κατ’ έτος για το σύνολο των απαιτήσεων.
Η IDD αποτελεί οδηγία «ελάχιστης εναρμόνισης» (minimum harmonization) και συνεπώς δίνει τη δυνατότητα σε κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ να θέσει επιπλέον κανόνες και προϋποθέσεις (gold plating). Εισάγοντας ένα ακόμη πιο αυστηρό πλαίσιο στη διανομή των ασφαλιστικών προϊόντων δημιουργούνται πολύπλοκοι μηχανισμοί συμμόρφωσης, με συνέπεια την αύξηση του κόστους λειτουργίας της αγοράς. Για το λόγο αυτό, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι όλα τα δίκτυα διανομής θα υπαχθούν και θα συμμορφωθούν με τις νέες νομοθετικές διατάξεις καθώς επίσης ότι θα εφαρμοστεί η αρχή της αναλογικότητας, όπως προβλέπεται στη νέα ευρωπαϊκή οδηγία, προκειμένου να υπάρξει μέριμνα σε δυνητικά μονοπωλιακές πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού.

