Άρθρο του κ. Νότη Βαγιακάκου που δημοσιεύτηκε στο Broker’s Time 52*

*Ο κ. Βαγιακάκος είναι Managing Director, HDI Global SE, Hellas

Το τοπίο: Όλα τα νέα από την επιχειρηματική αγορά δείχνουν μεν δειλά σημάδια σταθεροποίησης, χωρίς ωστόσο πειστικά και διαρκή στοιχεία ότι το επιχειρηματικό περιβάλλον θα επιστρέψει εύκολα σε πορεία πραγματικής και διαρκούς ανάπτυξης.

Σημειώνω ότι η εκτίμηση αυτή καταγράφεται μετά από 8-9 χρόνια αρρυθμίας, σε μια περίοδο που ακόμη υπάρχουν «εκκρεμότητες» σχετικές με τις επάλληλες αξιολογήσεις της κυβερνητικής μηχανής από τους θεσμικούς δανειστές της χώρας, που τροφοδοτούν ακόμη κλίμα αβεβαιότητας, παρ’ όλο που αυτό, πλέον, φαίνεται σταδιακά να υποχωρεί. Καθίσταται, λοιπόν, σημαντικό ζητούμενο η ανάγκη αποφασιστικής υποστήριξης της επιχειρηματικής ανάκαμψης, ώστε αυτή να μπορέσει να εδραιωθεί.

Επιπλέον, οι διοικήσεις των επιχειρήσεων δηλώνουν μεν πιο αισιόδοξες για το μέλλον των δικών τους οργανισμών, αναμένοντας ως επί το πλείστον ότι η οικονομική κατάσταση της επιχείρησής τους θα παραμείνει σταθερή ή θα βελτιωθεί, και εκτιμάται ότι το προσωπικό τους θα παραμείνει σταθερό ή και θα αυξηθεί σταδιακά το επόμενο μεσοδιάστημα. Οι επιχειρήσεις έχουν ήδη καταδείξει την αποφασιστικότητά τους να υπερκεράσουν τις αντιξοότητες της παρατεταμένης ύφεσης.

Ωστόσο, οι εκτιμήσεις για τις επιμέρους προοπτικές, τελικά, εξαρτώνται από τον εκάστοτε κλάδο δραστηριοποίησης και το μέγεθος κάθε επιχείρησης. Ενδεικτικά, κλάδοι όπως οι κατασκευές και το εμπόριο θα συνεχίσουν να πλήττονται δυσανάλογα, ενώ οι οργανωμένες επιχειρήσεις μεταποίησης με εξαγωγικό προσανατολισμό, οι υπηρεσίες, οι μεταφορές και οι επιχειρήσεις πρωτογενούς παραγωγής και τουρισμού, ήδη, διαβλέπουν καλύτερες προοπτικές.

Συμπερασματικά, ειδικά οι μεγαλύτερες και οι πιο οργανωμένες επιχειρήσεις έχουν αυξημένη ανθεκτικότητα και καλύτερες προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης.

Η ασφαλιστική αγορά -καθώς αναλαμβάνει μέρος του κινδύνου που αντιμετωπίζει η επιχείρηση- είναι σημαντικός σταθεροποιητικός παράγων για τα επιχειρηματικά πλάνα της, εξασφαλίζοντας (έναντι ετήσιου καθορισμένου τιμήματος) εγγυημένη εκ των προτέρων χρηματοδότηση σε περίπτωση «αναποδιών» ή έκτακτων ατυχηματικών περιστατικών και απρόβλεπτων συνθηκών, που μπορεί να διακυβεύσουν το μέλλον και την ομαλή πορεία της λειτουργίας και των σχεδίων της επιχείρησης.

Παρ’ όλα αυτά, αυτή η προχρηματοδότηση αντιμετωπίζεται περισσότερο ως απλή δαπάνη (πάγιο κόστος λειτουργίας) από τις επιχειρήσεις και όχι ως κρίσιμος και αναγκαίος, δυναμικός μηχανισμός διαχείρισης του κινδύνου τους. Δεν συνειδητοποιούν ότι αν «κράταγαν» οι ίδιοι τον κίνδυνο που διατρέχουν, θα έπρεπε να διαθέτουν πολύ περισσότερα κεφάλαια. Λόγω αυτού ασκείται συνεχής πίεση από τους πελάτες προς την ασφαλιστική αγορά για μείωση του μοναδιαίου κόστους ασφάλισης, του ασφαλίστρου. Η ασφαλιστική αγορά, καθώς είναι πλέον ανταγωνιστική, έχει ιστορικά ανταποκριθεί στις πιέσεις των επιχειρήσεων και προσφέρει τις υπηρεσίες της, διαχρονικά, τόσο σε χαμηλότερες τιμές όσο και σε καλύτερη ποιότητα-εύρος κάλυψης (σε αντίθεση με τις τράπεζες, όπου το «προϊόν» και ακριβαίνει και συρρικνώνεται, ειδικά τώρα, σε περίοδο οικονομικής κρίσης). Όμως, η παρατεταμένη πτώση τιμών του ασφαλίστρου για την επιχειρηματική κοινότητα έχει φτάσει οριακά σε μη βιώσιμα επίπεδα, τέτοια που να εξασφαλίζουν τη μακροσκοπική φερεγγυότητα της αγοράς εμπορικών και βιομηχανικών ασφαλίσεων.

Αυτό επιτείνεται τόσο από ειδικές τοπικές συνθήκες, όπως η εγγενής επικινδυνότητα της χώρας (λόγω σεισμικότητας και κλιματικής αλλαγής), όσο και εξαιτίας του ανταγωνισμού του διεθνούς ασφαλιστικού κεφαλαίου, που κατευθύνεται εκεί όπου είναι πλέον συμφέρον από πλευράς αποδόσεων για τους επενδυτές. Είναι χαρακτηριστικό το ότι οι τιμές των ασφαλίστρων από το 2003 μέχρι σήμερα έχουν διαχρονικά υποχωρήσει κατά 240% ενώ την ίδια στιγμή το κόστος για κάλυψη ζημιών από φυσικές καταστροφές έχει αυξηθεί κατά 300% και το κόστος από ζημίωσης των ζημιών οικονομικών απωλειών, λόγω διακοπής εργασιών κατόπιν υλικής ζημίας, έχει αυξηθεί κατά 100%.

Ήδη, λοιπόν, παρατηρούνται απτά σημάδια αντιστροφής της ιστορικά πτωτικής τάσης των ασφαλίστρων, πρωτίστως για μεγάλες επιχειρήσεις που έχουν ανάγκη υψηλών κεφαλαίων προς κάλυψη, ιδίως στον απόηχο των εξαιρετικά μεγάλων φυσικών καταστροφών του 2017 από τυφώνες και σεισμούς που έπληξαν τη διεθνή (αντ)ασφαλιστική βιομηχανία με επιπλέον 134 δισ. δολ. ζημιές, πέραν των συνηθισμένων ετησίως «κανονικά» καταβαλλόμενων αποζημιώσεων.

Επίσης, οι νέοι κίνδυνοι προς ασφάλιση που εμφανίζονται και ζητούνται από τις επιχειρήσεις, όπως οι «κυβερνοκίνδυνοι», ανταγωνίζονται για τα κεφάλαια που μέχρι σήμερα διατίθεντο για κάλυψη των παραδοσιακών κινδύνων, με αποτέλεσμα την αύξηση του μοναδιαίου κόστους κεφαλαίου. Χρειάζονται, λοιπόν, οι επιχειρηματίες να ενισχύσουν το διατιθέμενο ”budget” τους για ασφάλιση, κατανέμοντάς το πιο ορθολογικά σε σχέση και με τους νέους κινδύνους που αντιμετωπίζουν. Όμως, χρειάζονται και περισσότερη «εκπαίδευση» από τους ασφαλιστικούς τους συμβούλους και την ασφαλιστική αγορά εν γένει.

Παράλληλα όμως, χρειάζονται στήριξη από την αγορά και συνταύτιση προς τον τελικό επιδιωκόμενο στόχο: αυτόν της υποστήριξης και προσπάθειας ενδυνάμωσης και ανάκαμψης του επιχειρηματικού τοπίου και κατ΄ επέκταση της οικονομίας της χώρας μας.