Άρθρο του κ. Γιάννη Σίνου* που δημοσιεύτηκε στο Broker’s Time 40
*Ο κ. Γιάννης Σίνος είναι Διευθυντής Risk, Αναλογιστικού και Αντασφαλιστικού της Generali
Η ολοκλήρωση της διαδικασίας των Stress Tests σηματοδοτεί και την εισδοχή σταδιακά των ασφαλιστικών εταιριών σε ένα νέο εποπτικό περιβάλλον έτσι όπως αυτό καθορίζεται από την εφαρμογή της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ (Solvency II).
Τα Stress Tests αξιολόγησαν την ανθεκτικότητα του ασφαλιστικού κλάδου σε αντίξοες καταστάσεις και συνέβαλλαν στο να εξαχθούν έγκυρα συμπεράσματα για την υποστήριξη της σταθερότητας του ασφαλιστικού συστήματος.
Οι ασκήσεις αυτές ήταν, όμως, το «εύκολο» κομμάτι της διαδικασίας προσαρμογής των εγχώριων ασφαλιστικών εταιριών στο νέο εποπτικό περιβάλλον που ορίζει η οδηγία Solvency II, καθώς αναφέρονται σε ποσοτικά δεδομένα.
Δεν θα πρέπει, όμως, να διαφεύγει της προσοχής ότι το Solvency II θεσπίζει ένα σύστημα από τρεις πυλώνες, εκ των οποίων μόνο ο ένας αναφέρεται σε ποσοτικές εκτιμήσεις, όπως π.χ. το Ελάχιστο Κεφάλαιο Φερεγγυότητας (Minimum Capital Requirement – MCR) κάτω του οποίου η ασφαλιστική επιχείρηση οδηγείται σε εποπτική παρέμβαση, ή το Απαιτούμενο Κεφάλαιο Φερεγγυότητας (Solvency Capital Requirement – SCR) το οποίο είναι το αναγκαίο κεφάλαιο που θα πρέπει να κατέχει μια ασφαλιστική εταιρία, προκειμένου να μην κινδυνεύει με χρεοκοπία. Οι ποιοτικές προδιαγραφές φερεγγυότητας καθορίζονται από τον δεύτερο πυλώνα, ο οποίος εισάγει νέες αρχές εταιρικής κουλτούρας και διακυβέρνησης. O τρίτος πυλώνας, τέλος, καθορίζει τις απαιτήσεις δημοσίευσης και διαφάνειας των στοιχείων, εποπτικών και οικονομικών, τις οποίες εν πολλοίς θα ορίσει η Εποπτική Αρχή.
Συνεπώς, από τους τρεις πυλώνες είναι εμφανές ότι ο πιο απαιτητικός, καθώς συνδέεται με την καθημερινή λειτουργία της ασφαλιστικής επιχείρησης, είναι ουσιαστικά ο δεύτερος, αφού αλλάζει όλα τα μέχρι τώρα γνωστά δεδομένα σε σχέση με τον τρόπο διοίκησης μιας ασφαλιστικής εταιρίας. Με το νέο εποπτικό περιβάλλον το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας παύει να έχει ένα «διακοσμητικό» ρόλο και αναγορεύεται ως το ουσιαστικό όργανο διοίκησης αλλά και αναζήτησης απόδοσης ευθυνών, καθώς θα πρέπει να είναι ενήμερο και υπεύθυνο για όλα όσα συμβαίνουν μέσα στην εταιρία, ενδυναμώνοντας περαιτέρω το ρόλο του στην καθημερινή λειτουργία της επιχείρησης.
Αυτό συνιστά μία πολύ μεγάλη αλλαγή, ειδικά σε όσες ασφαλιστικές εταιρίες ανήκουν σε έναν βασικό μέτοχο, ο οποίος κατέχει συνήθως και το ρόλο του διευθύνοντος συμβούλου. Εκείνος πράττει όπως νομίζει ως καλύτερο για την εταιρία χωρίς να δίνει κάπου λόγο, και το διοικητικό συμβούλιο έρχεται στο πλαίσιο του νόμου περί ανωνύμων εταιριών, να επικυρώνει τυπικά τις αποφάσεις. Το νέο εποπτικό περιβάλλον απαιτεί ένα σύστημα διαχείρισης κινδύνων (ένα σύνολο στρατηγικών και διαδικαστικών ενεργειών) το οποίο αναγνωρίζει, μετρά, παρακολουθεί και αναφέρει στο ΔΣ τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται η Εταιρία.
Στο σύστημα αυτό συλλειτουργούν οι ακόλουθες λειτουργίες:
• Λειτουργία Διαχείρισης Κινδύνων
• Αναλογιστική λειτουργία
• Λειτουργία Εσωτερικού Ελέγχου
• Λειτουργία Συμμόρφωσης (Compliance)
• Λειτουργία Εξωτερικής Ανάθεσης (Outsourcing)
Το σύστημα αυτό είναι υπεύθυνο για την απρόσκοπτη διεξαγωγή της συνεχούς διαδικασίας της ORSA (Own Risk Self Assesment – Εκτίμηση Iδίου Κινδύνου και Φερεγγυότητας) καθώς και την υποβολή της αναφοράς της προς όλους του αποδέκτες. Η ORSA είναι ουσιαστικά μια αυτο-αξιολόγηση που πρέπει να κάνει η ίδια η εταιρία, σχετικά με τους κινδύνους που αντιμετωπίζει ή και πρόκειται να αντιμετωπίσει με βάση το μελλοντικό της πλάνο. Έτσι λοιπόν, η εταιρία είναι υποχρεωμένη να παραθέτει με λεπτομέρεια στον επόπτη τα στοιχεία του χαρτοφυλακίου της (με τους κινδύνους που το συνοδεύουν και τον τρόπο που τους αντιμετωπίζει), καθώς και τις αντίστοιχες προβλέψεις της για το άμεσο μέλλον. Ο επόπτης θα είναι, λοιπόν, σε θέση να κρίνει διαρκώς τη διοίκηση της εταιρίας ως προς την αξιοπιστία και την σταθερότητά της, καθώς και για τον τρόπο που αυτή διαχειρίζεται τους κινδύνους. Μια τέτοια αντιμετώπιση, όμως, των κινδύνων δημιουργεί νέα επίπεδα και τμήματα στην εσωτερική δομή της επιχείρησης, καθώς και νέα κανάλια αναφορών και ελέγχου. Τα τμήματα διαχείρισης κινδύνων (risk) αναδεικνύονται σε σημαντικό παράγοντα της καθημερινής λειτουργίας της εταιρίας, καθώς γνωμοδοτούν και ελέγχουν την τήρηση των ορίων έκθεσης στον κίνδυνο που έχει ορίσει το ΔΣ και το ενημερώνει συνεχώς για τα θέματα αυτά.
Συμπερασματικά, η δραστηριότητα των ασφαλιστικών εταιριών στο νέο εποπτικό περιβάλλον απαιτεί, πρωτίστως, μία αλλαγή στον ισχύοντα μέχρι σήμερα τρόπο λειτουργίας. Απαιτεί όμως, κυρίως, μία αλλαγή κουλτούρας, τόσο των στελεχών των ασφαλιστικών εταιριών όσο και των μετόχων. Στους στόχους παραγωγικότητας και κερδοφορίας των managers της εταιρίας, προστίθεται και η ασφάλεια των επιλογών τους. Δηλαδή, θα πρέπει να στοχεύουν σε κινδύνους και χαρτοφυλάκια, μεγάλα και κερδοφόρα, αλλά ταυτόχρονα και ασφαλή, ώστε να απαιτούν όσο το δυνατόν μικρότερα κεφάλαια φερεγγυότητας. Έτσι, η μία απόφαση θα κρίνεται πετυχημένη εφόσον φέρνει τα καλύτερα δυνατά τεχνικά αποτελέσματα, απαιτώντας ταυτόχρονα το μικρότερο δυνατό κεφάλαιο φερεγγυότητας. Το πόσο ο κάθε ένας στο πόστο του και η εταιρία ως οργανισμός στο σύνολο της, είναι έτοιμη να ενστερνιστεί αυτή τη νέα κουλτούρα διοίκησης, είναι ένα στοίχημα που καλείται να το κερδίσει, διαφορετικά η αγορά θα την προσπεράσει…

