Άρθρο της κ. Μυρτούς Χαμπάκη που δημοσιεύτηκε στο Broker’s Time 43*
* H κ. Μυρτώ Χαμπάκη είναι Οικονομολόγος
Επί σειρά ετών τα στελέχη της ασφαλιστικής αγοράς, σε όλα τα στάδια της επιχειρησιακής αλυσίδας, έχουν ως βασικό θέμα συζήτησης και προβληματισμού τις απαιτήσεις του νέου εποπτικού πλαισίου -του γνωστού Solvency II- που τέθηκε σε εφαρμογή από την 1.1.2016.
Μελετώντας την Οδηγία, αλλά και κατά τη διάρκεια της πρακτικής υιοθέτησης των απαιτήσεών της, αυτό που προβληματίζει ιδιαίτερα τον ασφαλιστικό κλάδο, στο σύνολό του, δεν είναι μόνο αυτή καθαυτή η τυπική προσαρμογή, αλλά ο ουσιαστικός προσδιορισμός των επιπτώσεων, που η νέα φιλοσοφία του Solvency II θα επιφέρει στον τρόπο λειτουργίας των ασφαλιστικών εταιριών. Μέρα με τη μέρα ένας καινούργιος «ασφαλιστικός κόσμος» αποκαλύπτεται και επανακαθορίζεται.
Και είναι λογικό η ασφαλιστική αγορά να αναρωτιέται:
Ποια θα είναι επόμενη μέρα; Θα είναι καλύτερη; Και αν ναι, για ποιον; Για τις ασφαλιστικές εταιρίες; Για τα κανάλια διανομής; Για τους καταναλωτές; Τους επόπτες; Μήπως για την οικονομία στο σύνολό της; Για όλους;
H διαμεσολάβηση δεν αποτελεί εξαίρεση και είναι λογικό να έχει τους ίδιους προβληματισμούς, αφού θα επηρεαστεί έμμεσα από την υιοθέτηση της Οδηγίας. Η Οδηγία απευθύνεται στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εταιρίες και όχι άμεσα στον κλάδο της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης. Όταν όμως το περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιείται ο σύγχρονος επαγγελματίας αλλάζει, είναι θεμιτό να μην παραμένει απλός παρατηρητής των αλλαγών, αλλά να τις κατανοεί εις βάθος και με διορατικότητα και να επαναπροσδιορίζει τον ρόλο του μέσα στο αναδυόμενο τοπίο.
Όπως έχει αναφερθεί σε πολλά σχετικά άρθρα στο παρελθόν, το Solvency II φιλοδοξεί να επιτύχει την εδραίωση ενός σταθερού πλαισίου διαχείρισης κινδύνου, που πέραν των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας στοχεύει στην ολοκληρωμένη χαρτογράφηση των πολιτικών αλλά και των διαδικασιών, επιφέροντας έτσι την πλήρη διαφάνεια στον κλάδο. Η Οδηγία προχώρησε στην αποτύπωση της φερεγγυότητας ποσοτικά και ποιοτικά, ενώ δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στον τομέα της διαφάνειας και της δημοσιοποίησης όλων των δεδομένων που ενισχύουν τη συγκρισιμότητα μέσω της ρεαλιστικής παρουσίασης και της ομοιομορφίας των δεδομένων.
Λόγω του ποσοτικού σκέλους της Οδηγίας, ενδέχεται να επηρεαστούν αυτά καθαυτά τα ασφαλιστικά προϊόντα. Η τελική διαμόρφωση προϊοντικού μίγματος των εταιριών αναμένεται πανευρωπαϊκά να αποτελέσει καίρια στρατηγική απόφαση για τις διοικήσεις και θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στη διαμεσολάβηση, αφού ο εν λόγω κλάδος προωθεί τα προϊόντα και διατηρεί άμεση σχέση με τον πελάτη. Οι εταιρίες, σύμφωνα με εκτιμήσεις, θα προσαρμόσουν τις αποφάσεις τους για τα business lines, θα διατηρήσουν ή θα σχεδιάσουν εκ νέου, με βάση το προφίλ κινδύνου που θα επιλέξουν να διαμορφώσουν. Αναλόγως, θα προσαρμόσουν το ύψος και τη διάρκεια των παροχών, τα είδη των εξαιρέσεων, τις ενσωματωμένες εγγυήσεις και φυσικά το συνολικό κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών, προκειμένου να επιτύχουν τη βέλτιστη διαχείριση των κεφαλαίων τους.
Το ποσοτικό σκέλος της Οδηγίας απαιτεί υψηλή ποιότητα δεδομένων για την παραγωγή αξιόπιστων αποτελεσμάτων κατά τους υπολογισμούς του οικονομικού κεφαλαίου. Είναι πιθανό να ζητηθούν περισσότερα δεδομένα από τους διαμεσολαβητές, τα οποία θα πρέπει να είναι άρτια, ολοκληρωμένα και συνεπή με τις απαιτήσεις της Οδηγίας, αλλά και να πληρούν όλες τις απαιτήσεις ποιότητας που κρίνονται απαραίτητες απ’ αυτήν.
Αυτό ενδέχεται να αναδείξει την ανάγκη ενισχυμένης μηχανογραφικής υποστήριξης και μηχανογραφικής αναβάθμισης των μονάδων διαμεσολάβησης, και συνεπώς να δημιουργήσει πρόσθετα κόστη κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας.
Το ποιοτικό σκέλος της Οδηγίας ενδέχεται επίσης να δημιουργήσει απαιτήσεις που σχετίζονται με την εφαρμογή των πολιτικών και των διαδικασιών της κάθε ασφαλιστικής εταιρίας για την επαρκή αντιμετώπιση του κινδύνου του αντισυμβαλλομένου. Αυτό σημαίνει στην πράξη την ευθυγράμμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών διαμεσολάβησης με τις σχετικές απαιτήσεις των εταιριών, προκειμένου να συμβαδίζουν με τις ποιοτικές απαιτήσεις για τον συγκεκριμένο κίνδυνο.
Τέλος, οι απαιτήσεις που αφορούν στη δημοσίευση και τη διαφάνεια πιθανολογείται ότι θα επιβαρύνουν τον κλάδο της διαμεσολάβησης με επιπλέον πληροφορίες και αναφορές προς την εταιρία, οι οποίες κρίνονται απαραίτητες προκειμένου να συμπεριληφθούν στη μεγάλη γκάμα των αναφορών που απευθύνονται στην εποπτεία ή/και στον ίδιο τον καταναλωτή.
Το επόμενο διάστημα θα αποτελέσει περίοδο ζυμώσεων και αλλαγών στον ασφαλιστικό κλάδο παγκοσμίως.
Σύμφωνα με σχετικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν από μεγάλους οίκους του εξωτερικού, το 89% των CEO’s ασφαλιστικών εταιριών παγκοσμίως απάντησε ότι προτίθεται να προχωρήσει σε σημαντικές αλλαγές στην εσωτερική λειτουργία των εταιριών αλλά και των προϊόντων, ενώ αντίστοιχα το 71% σκέφτεται να αναθεωρήσει τις συνεργασίες με εξωτερικούς συνεργάτες στα επόμενα χρόνια. Η έλευση του Solvency II, σε συνδυασμό με την υψηλή μεταβλητότητα των αγορών, τα χαμηλά επιτόκια και τις σημαντικές αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες, θα αποτελέσει μεγάλη πρόκληση για τον κλάδο. Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του νέου τοπίου θα διαδραματίσει και η χρήση της τεχνολογίας, η οποία έχει ανατρέψει τις καταναλωτικές συνήθειες φέρνοντας τα κοινωνικά δίκτυα και τον «ψηφιακό πελάτη» για τα καλά στην καθημερινότητα των ασφαλιστών. Ο επαγγελματίας του αύριο είναι αναγκαίο να προσαρμόζεται εύκολα στις αλλαγές, να αφουγκράζεται τις πραγματικές ανάγκες του πελάτη ενισχύοντας την προσωπική επαφή και προσθέτοντας αξία στην υπάρχουσα σχέση. Παράλληλα θα πρέπει να έχει γνώση αλλά και επίγνωση του διαμορφούμενου περιβάλλοντος, αξιολογώντας το με ρεαλισμό. Η ποιότητα των υπηρεσιών, σε συνδυασμό με την εξειδίκευση στην ανάλυση δεδομένων και τη διαχείριση κινδύνων θα αποτελέσει συγκριτικό πλεονέκτημα για την αντιμετώπιση των μελλοντικών προκλήσεων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι προκλήσεις για τις εταιρίες εντός του νέου περιβάλλοντος και σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση είναι μεγάλες και ποικίλες. Οι εταιρίες σε αυτό το στάδιο έχουν εντείνει και αυτές τις προσπάθειές τους προκειμένου να επιτύχουν την προσαρμογή τους σε αυτό το πολύπλοκο και αρκετά «ακριβό» πλαίσιο φερεγγυότητας. Η αμοιβαία κατανόηση των αλλαγών θα ενισχύσει την απόδοση όλων των ενδιαφερόμενων μερών, ούτως ώστε το αποτέλεσμα αυτής της μεγάλης αλλαγής να είναι επωφελές και για τις εταιρίες και για τη διαμεσολάβηση, αλλά και για τους καταναλωτές.

